ΕΝΑ ΤΑΓΚΟ ΣΤΟ ΣΑΝΤΙΑΓΟ
Χόρεψαν καταμεσής του τρόμου.
Με θεατές απρόσωπους, οπλισμένους και αδίστακτους.
Δεν είχαν λουλούδια συνοδεία στον χορό τους.
Μήτε χειροκροτήματα στις πιο όμορφες φιγούρες τους.
Δακρυσμένοι, υπέροχοι.
Τριγυρισμένοι από δακρυγόνα.
Χτυπώντας με δύναμη το πόδι τους στον δρόμο,
κάνοντας μεγαλύτερο θόρυβο από τις βομβίδες κρότου λάμψης,
που συνόδευαν το απελπισμένο τους ταγκό.
Αγέρωχοι συνέχιζαν.
Δεν μπορούσαν να σταματήσουν.
Αν πρέπει να συνεχίσουν
ως τις επόμενες γενιές ετούτο τον χορό,
αν πρέπει αγκαλιασμένοι να διασχίσουν κάθε γειτονιά του Σαντιάγο,
θα το κάνουν.
Και ο κόσμος θα τους αγκαλιάσει.
Θα στρώνει το κυριακάτικο τραπέζι για να τους υποδεχτεί.
Σ' αυτόν θ' αφιερώνουν στίχους του Νερούδα,
θα κρεμούν τα πιο όμορφα μαντίλια στον λαιμό του.
Εκείνη θα την έντυναν με τα πιο λευκά φορέματα.
Θα της χτένιζαν τα μακριά μαλλιά της
γυναίκες ταλαιπωρημένες,
γυναίκες που χρόνια τώρα γυρεύουν τα παιδιά τους.
Και θα αρχίσουν όλοι τον χορό.
Ένα τεράστιο πανηγύρι των δρόμων.
Κι ας γεμίζει ο αέρας χημικά.
Κι ας βγαίνουν οι ερπύστριες των τανκς στους δρόμους
χαλώντας πεζοδρόμια, καταστρέφοντας παρτέρια γεμάτα κατιφέδες.
Κι ας φεύγει το νερό με δύναμη απ' τις αύρες.
Για κάθε ζευγάρι που θα πέφτει στην άσφαλτο
άλλα εκατό θα γεννηθούν.
Μια μέδουσα που πνίγει τους τυράννους.