Έμοιαζε οι δρόμοι σα να τρέχαν -
Μέναν οι δρόμοι ακίνητοι μετά -
Έκλειψη - ό, τι βλέπαμε απ' το παράθυρο,
Και φόβος - ό, τι νιώθαμε βαθιά -
Ύστερα - βγήκε απ' τη Μονιά του ο πιο γενναίος
Να δει αν ο Χρόνος ήταν κει -
Η φύση οπάλινη ποδιά φορούσε,
Κι ανάδευε μιαν αύρα δροσερότερη.