Σε ώρες μεγάλης αγωνίας
που ακινητούν τα νερά
και λύνονται τα σωθικά μου
σε φωνάζω.
Έχεις, λένε, πεθάνει.
Πολιούχο σκοτάδι σε σκέπει.
Τού τάζω.
Μ' αφήνει να κοιτάξω χαριστικά.
«Την αγαπούσες στ' αλήθεια» μου λέει.
«Έλα να δεις πώς κοιμάται η μάνα σου.»
Πουλάκι αποδημητικό
της ξενιτιάς πουλάκι
τα δυο της χέρια σαν φτερά
τα έχει διπλωμένα