''Ο μπάρμαν σκούπιζε βαριεστημένα την μπάρα στο σκυλάδικο- στριπτιτζάδικο για το οποίο η ταμπέλα από νέον πληροφορούσε το κοινό ότι φέρει την ονομασία Η Μεγάλη Νύχτα. Εδώ πριν από τέσσερα περίπου χρόνια ένα Γεωργιανός είχε εκτεκλέσει εν ψυχρώ έναν άτυχο ιδιοκτήτη τουριστικού λεωφορείου για ασήμαντη αφορμή, αφού πρώτα γελώντας -και αυτό έχει μια σημασία- τον είχε αναγκάσει να χορέψει μακάβρια πάνω από τις σφαίρες που έριχνε προς τα πόδια του. Εδώ, επίσης, έξι χρόνια πριν ένα κτηνοτρόφος από την Καρδίτσα είχε μαχαιρώσει με φαλτσέτα μέχρι θανάτου -πάνω από είκοσι φορές, είπαν αργότερα οι μπάτσοι, έναν ταξιτζή με τον οποίο ως τότε καθόταν στην ίδια παρέα, επειδή ο δεύτερος έβαλε χέρι στην κοπέλα που ο πρώτος θεωρούσε ιδιοκτησία του. Εδώ, τέλος, πριν από δέκα χρόνια ένας ιερέας ήπιε τόση πολλή κοκαϊνη, που ξεψύχησε πάνω στον νιπτήρα της τουαλέτας αφήνοντας όλη την παρέα του - αποτελούμενη κυρίως από τραβεστί- χωρίς την πολύτιμη πνευματική του καθοδήγηση. Στη Μεγάλη Νύχτα, κάτω από το αρρωστημένο ημίφως των ρυθμικά τρεμοπαιζόντων λαμπιονιών, ο αστυνομικός διευθυντής έπινε τζιν (το πιο ακριβό του μαγαζιού) με τόνικ και μπλου κορακάο με έναν τύπο που αναμφίβολα ήταν εκ των επικεφαλής της ρωσοποντιακής μαφίας.''
Το "οι μπάτσοι δε μπορούν να χορέψουν" είναι μια ιστορία για τα σκοτεινά προάστια της Αθήνας, ίσως για τα ακόμα πιο σκοτεινά προάστια των προαστίων. Για την Αυλίζα, την Αγία Μαύρα -τι ωραίο όνομα-, τη Νέα Ζωή -ακόμα πιο ωραίο όνομα-, την Αριζόνα, την Άνω Λίμνη και τη Νεάπολη. Για αυτούς που "το μεγάλο κεφάλαιο τους έχει καταδικάσει να ζούνε μέσα σε ένα λάκκο με σκατά, ακριβώς για να αγοράζουν και να πουλάνε εκεί μέσα τα εμπορεύματα που δεν μπορούν να φαίνονται στο φως της μέρας".