Μέσα απ' όλες τις φανταχτερές πολιτείες με τα εκτυφλωτικά φώτα, πού καλύπτουν κάποτε τις ασχήμιες, εγώ υπάρχω εκεί κάτω, αξερίζωτη. Μέσα στο ταπεινό καθάριο φως της καρδιάς σας, πού λαμπυρίζει ακόμα κι όταν το ξεχνώ.
Χάρις σ' αυτό, το δικό σας το φώς το μακρινό, αντέχω την ερημιά της σημερινής πόλης.
Πάντα ένας δρόμος, πού βρίσκεται σε μυστική συμφωνία μαζί μου, θα με ξαναφέρνει στα χώμα-τα πού μ' έπλασαν και μ' ανάστησαν: Στα Τρόπαια της Γορτυνίας. Στη δική σας ιερή μνήμη. Στην ταπεινή σας γνώση. Κι όταν θ' αποξεχνιέμαι θα με κοιτούν σιωπηλά κι απορημένα (όπως εσύ, τώρα, μητέρα) και θα μου ζητούν εκείνον τον πρώτο, τον καλύτερο εαυτό μου. Και θα ξαναβρίσκω το παιδί μέσα μου, την παρθενική ματιά της μικρής Μυρτώς, και θα προσπαθώ μαζί με τους άλλους, να ξαναφτιάξουμε τον κόσμο με ομορφιά ψυχής και συναίσθημα. Με ανθρώπους ήμερους, ειρηνικούς, δίκαιους και συντροφικούς, όπως εκείνες τις δικές σας άγιες ημέρες...