🚚 Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές πάνω από 30 €

Το καλάθι σας είναι άδειο.

ΩΣΠΟΥ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΤΑ ΚΟΡΜΙΑ ΜΑΣ ΑΥΤΟΝΟΜΟ ΚΡΑΤΟΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ, 2023, 78 ΣΕΛ.
ISBΝ: 978-618-5448-14-1, διάστ. 21Χ21, αρχική τιμή 12 € (με ΦΠΑ)
Βασική τιμή με ΦΠΑ
Τιμή πώλησης με έκπτωση
Τιμή πώλησης 10,80 €
Εκπτωση

Περιγραφή

 

Η συλλογή ποιημάτων και φωτογραφιών Ώσπου να γίνουν τα κορμιά μας αυτόνομο κράτος, με συντελεστές τους Σωτήρη Λυκουργιώτη (ποίηση), Ηρώ Αργυροπούλου και Όλγα Καραμπέρη (φωτογραφία) είναι ένας καλλιτεχνικός πειραματισμός που επιχειρεί να αποτυπώσει «εν θερμώ» το αίσθημα της καλοκαιρινή εμπειρίας, την υφή της γυμνότητας και το ίχνος της απουσίας. Τα περισσότερα ποίημα γράφτηκαν τον Ιούλιο του 2022.

Η φωτογραφική μηχανή μετεωριζόταν στο λαιμό της ενώ εκείνη παρατηρούσε ένα σμήνος γλάρων. «Θέλω φέτος να βγάλουμε πολλές φωτογραφίες», είπε η Όλγα. «Έγινε», απάντησε η Ηρώ. «Εγώ θα γράφω ποιήματα», τους είπα... Κάπως έτσι προέκυψε αυτός ο ελεύθερος πειραματισμός. Εικόνες και ποιήματα που ξεκίνησαν στην Ανάφη και την Αστυπάλαια και πήραν τη μορφή βιβλίου στην Πάτρα και την Αθήνα, φέρνοντας μαζί τους την άμμο του καλοκαιριού και την αγάπη που δεν φοβάται τη στάχτη. (Σωτήρης Λυκουργιώτης)

***

ΣΤΑΧΤΗ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ

Εκείνη
που έκατσε δίπλα μας στο μπαρ
κι είχε στα μάτια μια ορχήστρα μυστική
να παίζει το μινουέτο του Μποκερίνι

Εκείνη
που μας μαρμάρωσε μ’ ένα χαμόγελο του Κοβαλτίου
κι ήξερε όλα του γαλαξία τα μυστικά
κι όλους τους γρίφους τής μεταμφίεσης να λύνει

Εκείνη
που απ’ το στήθος της φυσά η θάλασσα του Ανταμάν
κι απ’ το βυθό, το μάγμα της, μια Νέα Γη
εκκρίνει

Εκείνη
δεν ήτανε γυναίκα
ούτε θάλασσα
μια αγγελιοφόρος μόνο των θεών
μια στάχτη
που έπεσε κρυφά στο αίμα μας·
και τ’ όνομά της ήταν
η ρ ω ί ν η

***

ΣΕΡΒΑΛ                                               

Τη γνώρισα στο χείλος της αβύσσου
ήταν μια νύχτα στη σπηλιά της Γιουκατάν
είχε στα μάτια της πουλιά του παραδείσου
και στην καρδιά της τα βουνά τ’ Αφγανιστάν.

Με κάλεσε με τις ανάσες μιας Σερβάλ
μ’ αίμα σκορπιού με μέθυσε στην Τανζανία
και στου Μονέγκρος το θλιμμένο φεστιβάλ
μου ’πε πως πάσχω από «ιερή θηλυμανία».

Ύστερα πήγαμε να πιούμε ένα κρασί
κάτω απ’ το τόξο της Νοτρ-Νταμ στο Σηκουάνα
κι εκεί· διπλά στου Διόνυσου την προτομή
μου ’πε πως της Πατρίτσια τα λόγια είναι πλάνα.

Κι εγώ που πνίγηκα σε μια στεριά ιδανική
ήθελα εκεί να χαραμίσω τη ζωή μου
σαν το φυγά σε μια ταινία γαλλική
μ’ ένα περίστροφο να κλείσω τη σκηνή μου.

—Μα εγώ δε θα σ’ αφήσω εδώ
μου είπε, και με τράβηξε απ’ το χέρι
έχουμ’ ακόμα να πιούμε ένα ποτό
ώσπου να λάμψει της νύχτα το νυστέρι.