"Έλα να δεις μάτια,
βλέφαρα, χείλια, κομμάτια αγάπης.
Έλα να δεις το ωμό,
το βίαιο, το αβυσσαλέο να οργιάζει.
Έλα να δεις το αίμα να βελάζει.
Έλα να δεις τον εξτρεμιστή ήλιο
τους αιώνεςνα ανατινάζει.
Έλα να δεις τις μακρινές μοναξιές,
τους ξεχασμένους ήρωες, τις φοβερές σημαίες."
Σε κάθε εποχή, η ποίηση η οποία χρειάζεται τον προσωπικό χρόνο της σιωπής για να δημιουργηθεί και τον χώρο της εσωτερικής ειρήνης για να μεταγγιστεί, αντιμετωπίζεται με μια μυστηριακή στάση, που αφενός υποβάλλει τον σεβασμό από θαυμασμό και αφετέρου την απόσταση από άγνοια.
Στις μέρες μας, ιδιαίτερα, που ο θαυμασμός εξέπεσε στον εντυπωσιασμό, η άγνοια εκτάθηκε σε θράσος και ο λόγος θρυμματίστηκε σε λόγια, μπορεί η ποίηση να φαίνεται περιθωριοποιημένη, αλλά είναι αυτή που μπορεί να στηρίξει το όνειρο, να δώσει νόημα στους χτύπους της καρδιάς, να ανοίξει τους ορίζοντες της ζωής στο φως και να υπερασπίζεται την ελευθερία, εξασφαλίζοντας στον άνθρωπο τη δυνατότητα πτήσης, έστω και μετά από πτώσεις. Γι' αυτό η αληθινή ποίηση δεν εξυπηρετεί σκοπιμότητες, δεν διευκολύνει τη λήθη, ούτε εξαντλείται σε δημόσιες εξομολογήσεις. Ίσα-ίσα, διαθέτει τη δύναμη της γλώσσας γα να μεταφέρει αγωνίες, να φωτίζει -πάντα πλαγίως- επιθυμίες και ματαιώσεις και να διεγείρει το πάθος για όνειρα και αγάπες, δηλαδή για ειλικρινείς συναντήσεις προσώπων και στόχων.
Ο Γιώργος Κοζίας, με την πρόσφατη ποιητική συλλογή του Πολεμώντας υπό σκιάν... ελεγεία και σάτιρες, δημιουργεί ένα αυτοσχέδιο κοκτέιλ ατίθασου σκότους και ανελέητης χαραυγής. Ο Κοζίας δεν διεκδικεί δάφνες εμπρηστικού ρήτορα ούτε δόξα εφήμερου προφήτη. Τον πόνο του και την ελπίδα του εκφράζει σε χρόνο πολέμου και σε τόπο σκιάς. Με άλλα λόγια, διαλέγει να πει αλήθειες με τον τρόπο της άρνησης και της αντίθεσης, αποδεχόμενος την αναγκαιότητα μιας λυτρωτικής σύγκρουσης με τον εαυτό μας προπάντων, που αρέσκεται να εμπιστεύεται το ψέμα και την απάτη. "Ντυμένοι θεατρίνοι είδαμε το δράμα./ Ας μείνουμε στο θαύμα" (σελ. 26) γράφει.